υποκορίζομαι

ὑποκορίζομαι ΝΜΑ, και ενεργ. ὑποκορίζω Μ
(στην μσν. και ενεργ.) χρησιμοποιώ υποκοριστικές λέξεις ή φράσεις
νεοελλ.
καλώ κάποιον με τον υποκοριστικό τύπο τού ονόματός του
μσν.-αρχ.
μιλώ σαν μικρό παιδί, μιμούμαι την παιδική ομιλία («βάβιον και παιδίον ἀνεκάλει ὑποκορίζουσα τὴν φωνήν», Δαμάσκ.)
αρχ.
1. (με αιτ.) (για εραστές) δίνω σε κάποιον χαϊδευτικό όνομα, κολακεύω κάποιον ονομάζοντάς τον χαϊδευτικά («τὴν Ἑκάλην ἐτίμων, Ἑκαλίνην ὑποκοριζόμενοι», Πλούτ.)
2. μετριάζω την εντύπωση που προκαλεί κάτι το κακό ή το δύσφημο δίνοντάς του ευχάριστο ή εύφωνο όνομα, συγκαλύπτω με λέξεις, κάνω ευφημισμό (α. «καὶ προθυμίας τὰς ἐπιθυμίας ὑποκορίζονται», Πλούτ.
β. «ἀστείως ὑποκορίζεσθαι τὰς μὲν πόρνας, ἑταίρας», Πλούτ.)
3. δυσφημώ κάτι το καλό δίνοντάς του κακό όνομα («οἱ μὲν φίλοι καλοῡσί με Εὐδαιμονίαν, οἱ δὲ μισοῡντες ὑποκοριζόμενοι ὀνομάζουσί με Κακίαν», Ξεν.)
4. προσποιούμαι, υποκρίνομαι («τὰ μὲν πρῶτα φιλίαν ὑποκοριζόμενος δόλῳ καὶ ἀπάτη πάντ' ἔπραττεν», Ευσ.)
5. μιμούμαι κάποιον κοροϊδεύοντάς τον («ὑποκοριζόμενος τοὺς μὲν τὸ φθέγμα, τοὺς δὲ τὸ βάδισμα», Φιλόστρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)-* + κόρη. Το απλὸ ρ. κορίζομαι «θωπεύω, χαϊδεύω, καλοπιάνω» απαντά μόνο μια φορά].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὑποκορίζομαι — call by endearing names pres ind mp 1st sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποκορίζῃ — ὑποκορίζομαι call by endearing names pres subj mp 2nd sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres ind mp 2nd sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres subj mp 2nd sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres ind mp 2nd sg ὑποκορίζομαι call by …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποκοριζομένων — ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp fem gen pl ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp masc/neut gen pl ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp fem gen pl ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποκοριζόμενον — ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp masc acc sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp neut nom/voc/acc sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp masc acc sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποκορίσεται — ὑποκορίζομαι call by endearing names aor subj mp 3rd sg (epic) ὑποκορίζομαι call by endearing names fut ind mp 3rd sg ὑποκορίζομαι call by endearing names aor subj mid 3rd sg (epic) ὑποκορίζομαι call by endearing names fut ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποκορίζει — ὑποκορίζομαι call by endearing names pres ind mp 2nd sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres ind mp 2nd sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποκοριζομένη — ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποκοριζομένου — ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp masc/neut gen sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποκοριζομένους — ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp masc acc pl ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποκοριζομένῳ — ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp masc/neut dat sg ὑποκορίζομαι call by endearing names pres part mp masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.